Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Δημήτρης Καλτσώνης, "Τέσσερα και 1 ερωτήματα για την ανατροπή Αλιέντε" (από το: seisaxthiablog)

Δημήτρης Καλτσώνης (επ. καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο[1]), "Τέσσερα και 1 ερωτήματα για την ανατροπή Αλιέντε"

(40 χρόνια από το αιματηρό πραξικόπημα στη Χιλή)

Ερώτημα πρώτο: Γιατί στις 11/9/1973 έγινε το αιματηρό πραξικόπημα υπό τον Πινοσέτ και την άμεση βοήθεια και καθοδήγηση των ΗΠΑ και της χιλιάνικης πλουτοκρατίας;
Η αιτία είναι πρωτίστως κοινωνικο-οικονομική. Η κυβέρνηση Αλιέντε προχώρησε σε ένα τολμηρό πρόγραμμα εθνικοποιήσεων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, όπως προβλεπόταν στο πρόγραμμά της και σε δραστικά μέτρα βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου του λαού.
Εθvικoπoιήθηκε o χαλκός, πoυ τoν εκμεταλλεύovταv ως τότε oι πoλυεθvικές των ΗΠΑ. Μέσα στα πρώτα δυo χρόvια διακυβέρvησης oι εθvικoπoιήσεις περιέλαβαv πoλλoύς άλλoυς καίριoυς κλάδoυς της oικovoμίας όπως τα μεταλλoυργεία, τα oρυχεία σιδηρoμεταλλεύματoς και vίτρoυ, τα εργoστάσια τσιμέvτoυ, τηv κλωστoϋφαvτoυργία, τηv παραγωγή και διαvoμή ηλεκτρικoύ ρεύματoς καθώς και τις τράπεζες.
Ο δημόσιoς τoμέας της oικovoμίας παρήγαγε στα τέλη τoυ 1972 περισσότερo από τo 50% τoυ ακαθάριστoυ βιoμηχαvικoύ πρoϊόvτoς. Το ποσοστό παραγωγής στην ιδιοκτησία του δημοσίου στους διάφορους κλάδους της οικονομίας ήταν: τρόφιμα 21%, ποτά 26%, υφάσματα 52%, ένδυση 2%, έπιπλα 2%, ελαστικά 67%, μη μεταλλικά ορυκτά 64%, βασικά μέταλλα 53%, πετρελαιοειδή 100%. Συvoλικά η βιoμηχαvική παραγωγή αυξήθηκε με γρηγoρότερoυς ρυθμoύς μετά το 1970[2].
Οι εργάτες συμμετείχαv στη διoίκηση τωv εργoστασίωv, κυρίως τωv εθvικoπoιημέvωv. Ωστόσο, το επίπεδο συμμετοχής δεν θεωρούνταν πάντοτε ικανοποιητικό. Από τις 320 εθνικοποιημένες επιχειρήσεις το σύστημα της εργατικής συμμετοχής λειτουργούσε επίσημα στις 170 ενώ μόνο σε 35 υπήρξε αποφασιστική συμμετοχή των εργαζομένων[3].
Ως αποτέλεσμα των παραπάνω πολιτικών, τα συμφέροντα του εγχώριου και αλλοδαπού μονοπωλιακού κεφαλαίου επλήγησαν σοβαρά. Αντίθετα, τo πραγματικό εισόδημα τωv εργαζoμέvωv αυξήθηκε σημαvτικά. Ο πραγματικός μισθός στο πρώτο έτος διακυβέρνησης αυξήθηκε κατά 20%. Η αvεργία έπεσε από τo 8,8% στo 3%. Η παιδική θvησιμότητα μειώθηκε κατά 20,1%. Για πρώτη φoρά στηv ιστoρία της χώρας δημιoυργήθηκε καθoλικό υγειovoμικό σύστημα. Θεαματική πρόoδoς σημειώθηκε στηv καταπολέμηση τoυ αvαλφαβητισμoύ και στην ανάπτυξη της δημόσιας εκπαίδευσης.
Η απαλλoτρίωση τωv τσιφλικιώv πρoχώρησε. Μέσα στους τέσσερεις πρώτους μήνες η κυβέρνηση είχε απαλλοτριώσει τόση γη όση είχαν απαλλοτριώσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις σε έξι χρόνια. Χιλιάδες αγρότες πήραv γη και άρχισαv vα συγκρoτoύvται συvεταιρισμoί. Η κατάσταση των αγροτών και τωv ιθαγεvώv ιvδιάvωv βελτιώθηκε αισθητά[4].
Είναι λοιπόν φανερό ότι η κυβέρνηση Αλιέντε προχώρησε σε μια αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των φτωχών και ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων. Έθιξε σοβαρά τα συμφέροντα τόσο της χιλιάνικης ολιγαρχίας όσο και των πολυεθνικών των ΗΠΑ.
Ερώτημα δεύτερο: Γιατί οι αντιδραστικές δυνάμεις προχώρησαν σε πραξικόπημα και δεν περίμεναν τη φθορά της κυβέρνησης ώστε αυτή να πέσει στις επόμενες εκλογές;
Επειδή, παρά τις προσπάθειες (οικονομικό σαμποτάζ, βομβιστικές και τρομοκρατικές ενέργειες, παραπληροφόρηση και προπαγάνδα από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης που ανήκαν στην ολιγαρχία κλπ), η επιρροή της κυβέρνησης στο λαό δεν φαινόταν να κάμπτεται. Αντίθετα, είχε αυξητικές τάσεις αφού ξεπέρασε το δύσκολο 1972 κατά το οποίο λόγω των κατευθυνόμενου σαμποτάζ από τη CIA η τροφοδοσία της χώρας είχε διαταραχθεί και ο πληθυσμός αντιμετώπιζε προβλήματα.
Έχει σημασία να υπενθυμίσουμε ότι το 1970 ο Αλιέντε αναδείχθηκε πρόεδρος με ποσοστό 36,3%. Το 1971 στις τοπικές εκλογές η Λαϊκή Ενότητα (η συμμαχία που τον στήριζε) έλαβε 51% ενώ το 1972, στο αποκορύφωμα του οικονομικού σαμποτάζ, έλαβε στις βουλευτικές εκλογές 43%. Τίποτα δεν έδειχνε ότι η Λαϊκή Ενότητα θα έχανε τις επόμενες εκλογές. Αντίθετα, η επιρροή της κυβέρνησης είχε αρχίσει να ξανανεβαίνει.
Ενδεικτικό είναι και το κλίμα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Το 1970 στα συνδικάτα ήταν οργανωμένο το 25% των εργατών και υπαλλήλων. Μετά την εκλογή του Αλιέντε ο ρυθμός ένταξης των εργαζομένων στα συνδικάτα αυξήθηκε εντυπωσιακά: από 3,4% αύξηση το 1971 ανήλθε σε 18,8% το πρώτο μόνο εξάμηνο του 1972[5]. Στις συνδικαλιστικές εκλογές του Μαϊου του 1972 αναδείχθηκε νέα ηγεσία της CUT: 18 συνδικαλιστές προέρχονταν από το Κομμουνιστικό κόμμα, 16 από το Σοσιαλιστικό, 16 από τη Χριστιανική Δημοκρατία και ένας από το MIR («Κίνημα της Επαναστατικής Αριστεράς»)[6].
Ερώτημα τρίτο: Γιατί οι αντιδραστικές δυνάμεις δεν επιδίωξαν την ενσωμάτωσης της κυβέρνησης σε ανώδυνες για το σύστημα σοσιαλδημοκρατικές πρακτικές;
Εννοείται πως το προσπάθησαν με χίλιους τρόπους: εξαγορά, πιέσεις, καλοπιάσματα, απειλές. Δοκίμασαν τα πάντα. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η κυβέρνηση, παρά την ανομοιογένεια που υπήρχε στο εσωτερικό της[7], δεν ενέδωσε στις ποικιλόμορφες πιέσεις της εγχώριας αστικής τάξης και των ΗΠΑ για να μετατοπιστεί σε πρακτικές σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης της οικονομίας. Επομένως, στην αντίδραση δεν έμενε άλλος τρόπος δράσης παρά η ανατροπή με πραξικόπημα. Με δεδομένο και τον τότε διεθνή συσχετισμό των δυνάμεων, οι ΗΠΑ δεν θα έπαιρναν το ρίσκο του πραξικοπήματος αν μπορούσαν με άλλο τρόπο να λύσουν το πρόβλημα.
Ερώτημα τέταρτο: Γιατί το πραξικόπημα έγινε στις 11 Σεπτέμβρη 1973;
Γιατί πιο πριν ο συσχετισμός των δυνάμεων για τις αντιδραστικές δυνάμεις ήταν εξαιρετικά δυσμενής. Νωρίτερα δεν μπορούσαν να πραγματοποιήσουν επιτυχημένο πραξικόπημα. Εξάλλου το προσπάθησαν. Αργότερα, επίσης ήταν αμφίβολο αν θα τα κατάφερναν καθώς η επιρροή της κυβέρνησης Αλιέντε στο λαό είχε αρχίσει να δυναμώνει ξανά. Αυτό είχε αντανάκλαση και στο εσωτερικό του στρατεύματος. Υπολογίζεται ότι, λίγο πριν το πραξικόπημα, όταν η επιρροή της κυβέρνησης είχε σχετικά φθαρεί, το 40% των στρατηγών ήταν με το μέρος του Αλιέντε[8]. Πολύ μεγαλύτερη επιρροή είχε βεβαίως στους κατώτερους και μεσαίους αξιωματικούς.
Γιατί έγινε ειδικά 11/9 το πραξικόπημα; Δεν είναι τυχαία η στιγμή που εκδηλώθηκε. Η 11η Σεπτεμβρίου, ημέρα που εκδηλώθηκε τελικά το πραξικόπημα, ήταν η ημέρα που ο πρόεδρος Αλλιέντε θα εξήγγειλε δημοψήφισμα, βάσει του άρθρου 109 του Συντάγματος. Αντικείμενο του δημοψηφίσματος θα ήταν η υιοθέτηση μιας ευρείας αναθεώρησης του Συντάγματος. Ανησυχούσαν οι αντιδραστικές δυνάμεις ότι στο εσωτερικό της κυβέρνησης θα ενισχυόταν η άποψη που υποστήριζε την περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση. Η ενέργεια αυτή πιθανότατα θα απελευθέρωνε το ριζοσπαστικό δυναμικό της Λαϊκής Ενότητας και θα έθετε στην ημερήσια διάταξη θέματα πιο προωθημένα από το ίδιο το σχέδιο Συντάγματος. Έτσι, οι αντιδραστικές δυνάμεις αποφάσισαν να μην περιμένουν περισσότερο.
Ενδεικτικό είναι ότι στο σχέδιο Συντάγματος περιλαμβανόταν ρύθμιση που έθετε την έννοια του εθνικού σχεδιασμού ο οποίος θα είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα. Στη σύνταξή του θα συμμετείχαν κυρίως τα συνδικάτα και οι φορείς των εργαζομένων. Οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις απαγορεύονταν, όποια μορφή και αν είχαν και περνούσαν στη δημόσια ιδιοκτησία, ενώ ο εθνικός σχεδιασμός θα ήταν υποχρεωτικός και για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις[9]. Είναι φανερό ότι θα «άνοιγαν οι ασκοί του Αιόλου» σε βάρος της πλουτοκρατίας και των πολυεθνικών.
Παράλληλα, ωρίμαζε (παρά τις ταλαντεύσεις) στο εσωτερικό της Λαϊκής Ενότητας η ιδέα της οργάνωσης της άμυνας της δημοκρατίας και του λαού έναντι πιθανού πραξικοπήματος. Η δημιουργία λαϊκής πολιτοφυλακής ήταν προ των πυλών. Οι πραξικοπηματίες έπρεπε λοιπόν να προλάβουν.
Ερώτημα τελευταίο: έπρεπε οι επαναστατικές πολιτικές δυνάμεις να συμβάλλουν στη δημιουργία της Λαϊκής Ενότητας; Έπρεπε η τελευταία να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας; Έπρεπε οι δυνάμεις αυτές να συμμετέχουν στο εγχείρημα αυτό;
Το γεγονός ότι ο λαός αγκάλιασε τη Λαϊκή Ενότητα απαντά από μόνο του. Χωρίς αυτήν, οι επαναστατικές δυνάμεις θα έμεναν απομονωμένες, ξεκομμένες  από το λαό. Χωρίς τη διεκδίκηση της κυβέρνησης επίσης οι επαναστατικές και ριζοσπαστικές δυνάμεις θα ξεκόβονταν από τα αισθήματα του λαού που προσδοκούσε λύσεις, έστω και με τα κοινοβουλευτικά μέσα που είχε στη διάθεσή του.
Από  την άποψη αυτή, είναι χρήσιμο να ξαναδούμε πως αντιμετώπιζε το ζήτημα η Κομμουνιστική Διεθνής. Οι αναλύσεις στο 4ο συνέδριό της (1922), το τελευταίο που έγινε με τη συμμετοχή του Λένιν, έχουν μεγάλη αξία. Όσο και αν σήμερα υπάρχει σύγχυση γύρω από το ζήτημα, οι θέσεις της Διεθνούς ήταν διαυγείς, κρυστάλλινες. Η εμπειρία της κυβέρνησης Αλιέντε επιβεβαίωσε πλήρως την ανάλυση αυτή.
Πρώτο, η Διεθνής θεωρούσε ότι σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας είναι δυνατή η ανάδειξη φιλολαϊκής, (εργατικής ή εργατοαγροτικής με τους όρους της εποχής) κυβέρνησης. “Η εργατική κυβέρνηση μπορούσε να προκύψει και με βάση το κοινοβούλιο, αλλά σε στενή σχέση με τον επαναστατικό αγώνα κατά της αστικής τάξης, μόνο στην πορεία της μαζικής πάλης, στηριζόμενη στις μάζες και δυναμώνοντας το επαναστατικό κίνημα”.[10]
Δεύτερο, θεωρούσε ότι «Η εργατική κυβέρνηση (ενδεχόμενα και η εργατοαγροτική κυβέρνηση) πρέπει παντού να μας χρησιμεύσει σαν γενικό προπαγανδιστικό σύνθημα». “Το Συνέδριο υπογράμμισε ότι το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης σαν γενικό σύνθημα ζύμωσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν παντού. Σαν επίκαιρο όμως πολιτικό σύνθημα έχει σημασία στις χώρες, όπου ο συσχετισμός των δυνάμεων ανάμεσα στους εργάτες και στην αστική τάξη βάζει στην ημερήσια διάταξη τη λύση του προβλήματος της κυβέρνησης σαν πρακτική ανάγκη”.
Τρίτο, δεν θεωρούσε ωστόσο ότι η επανάσταση θα περάσει νομοτελειακά από την ανάδειξη μιας τέτοιας κυβέρνησης. Η εργατική κυβέρνηση  δεν είναι ήδη εξουσία της εργατικής τάξης, ούτε αποτελεί “μια αναγκαία μεταβατική μορφή”. Μπορεί να αποτελέσει όμως “μια αφετηρία για την κατάκτηση” της εξουσίας από την εργατική τάξη.
Τέταρτο, στα καθήκοντα μιας τέτοιας κυβέρνησης, που δεν έχει γίνει ακόμα κυβέρνηση της εξουσίας της εργατικής τάξης, «ανήκαν ο εξοπλισμός της εργατικής τάξης, ο αφοπλισμός των αστικών αντεπαναστατικών οργανώσεων, η εφαρμογή ελέγχου στην παραγωγή, η μεταβίβαση του κυριότερου βάρους των φόρων στις τάξεις των πλουσίων και η κατάπνιξη της αντίστασης της αντεπανάστασης. Η συνεπής εφαρμογή αυτών των μέτρων, θα συνέβαλλε στην επαναστατική διαπαιδαγώγηση των εργαζομένων και στη συσπείρωσή τους γύρω από το κομμουνιστικό κόμμα, και θα μπορούσε να προετοιμάσει το πέρασμα στη σοσιαλιστική επανάσταση».
Πέμπτο, η Διεθνής θεωρούσε ότι συμμετοχή των κομμουνιστών σε μια τέτοια κυβέρνηση υπόκειται στους εξής όρους: “Οι κομμουνιστές που θα αποτελέσουν μέλη της εργατικής κυβέρνησης θα ελέγχονται με τον πιο αυστηρό τρόπο από το κόμμα τους. Τα κομμουνιστικά μέλη της εργατικής κυβέρνησης παραμένουν σε στενή επαφή με τις επαναστατικές οργανώσεις των μαζών. Το κομμουνιστικό κόμμα διατηρεί απόλυτα τη φυσιογνωμία του και την πλήρη ανεξαρτησία της ζύμωσης και της προπαγάνδας του[11].
Είναι φανερό ότι η ανάλυση επιβεβαιώθηκε. Ειδικά στο τέταρτο σημείο στο οποίο αναφερόταν στην ανάγκη οργάνωσης της άμυνας του λαϊκού παράγοντα έναντι των προσπαθειών των αντιδραστικών δυνάμεων να ανατρέψουν μια τέτοια κυβέρνηση με τη βία.

[1] Ομιλία στην εκδήλωση της Λέσχης «Αναιρέσεις» 14/9/2013.
[2] Βλ. Π. Σουήζυ – Χ. Μάγκντοφ, Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Χιλή, Αθήνα, εκδ. Καρανάση, 1983, σελ. 80 επ., 151.
[3] Βλ. Π. Σουήζυ – Χ. Μάγκντοφ, Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Χιλή, οπ.π., σελ. 172.
[4] Βλ. Π. Σουήζυ – Χ. Μάγκντοφ, Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Χιλή, οπ.π., σελ. 160.
[5] Βλ. F. Gaudichaud, “Construyendo Poder Popular: El movimiento sindical, la CUT y las luchas obreras en el periodo de la Unidad Popular”, στον τόμο J. Pinto Vallejos, Cuando hicimos historia (la experiencia de la Unidad Popular), Santiago de Chile, LOM, 2005, σελ. 81 επ.
[6] Βλ. M. Amoros, “El Partido Comunista de Chile y el gobierno de Salvador Allende”,Mundo Obrero, 5/9/2003.
[7] Διαφωτιστικός από την άποψη αυτή είναι και ο εσωτερικός της «Λαϊκής Ενότητας» συσχετισμός των δυνάμεων, όπως καταγράφηκε στις τοπικές εκλογές του 1971. Το Σοσιαλιστικό κόμμα έλαβε τότε 22,89%, το Κομμουνιστικό κόμμα 17,36%, το Ριζοσπαστικό κόμμα 8,18% και τα άλλα κόμματα της συμμαχίας από περίπου 1%
[8] Βλ Π. Σουήζυ – Χ. Μάγκντοφ, Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Χιλή, οπ.π., σελ. 206.
[9] Βλ. S. Allende, Un Estado democratico y soberano: mi propuesta a pos chilenos, ed. Centro de Estudios Politicos Simon Bolivar y de la Fundacion Presidente Allende (Espana).
[10] Για όλα τα αναφερόμενα αποσπάσματα βλ. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, χ.χρ., σελ. 175-176, 192 και τον τόμο3η Διεθνής, Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, (Θέσεις, αποφάσεις, μανιφέστα), Αθήνα, εκδ. Εργατική πάλη, χ.χρ., σελ. 396-398.
[11] Επιπλέον, η Διεθνής εκτιμούσε ότι “οι κομμουνιστές είναι ακόμη διατεθειμένοι κάτω από ορισμένες συνθήκες και ορισμένες εγγυήσεις, να υποστηρίξουν μια μη κομμουνιστική εργατική κυβέρνηση. Όμως είναι υποχρεωμένοι οπωσδήποτε να εξηγούν στην εργατική τάξη ότι η απελευθέρωσή της μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με τη δικτατορία του προλεταριάτου”.

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Ο εκπαιδευτικός ως μέντορας κατά την πρακτική άσκηση φοιτητών σε σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

Διαμαρτυρία για τη Διδασκαλία της Ιστορίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση



Διαμαρτυρία  για  τη  Διδασκαλία της Ιστορίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση
Το τελευταίο διάστημα παρακολουθούμε μια προϊούσα υποβάθμιση στη διδασκαλία της Ιστορίας στη Δευτεροβάθμια Εκαπίδευση. Μια σειρά από κινήσεις οι οποίες υπαγορεύονται, στην καλύτερη περίπτωση, είτε από άστοχους σχεδιασμούς είτε από κριτήρια αμιγώς και στενά οικονομικά, οδηγούν στην περιθωριοποίηση του γνωστικού αντικειμένου, αφού:
1.      Η Ιστορία δίδεται για διδασκαλία ως πρώτη ανάθεση στους φιλολόγους (ΠΕ02) και σε αποφοίτους του Τμήματος Μεθοδολογίας Ιστορίας και  Θεωρίας της Επιστήμης – ΜΙΘΕ (ΠΕ33)[1] του ΕΚΠΑ και ως δεύτερη ανάθεση σε ειδικότητες οι οποίες έχουν διδαχθεί ελάχιστα το επιστημονικό αντικείμενο και καθόλου την ειδική διδακτική του στην αρχική τους επιμόρφωση (Πανεπιστήμιο). Οι ειδικότητες αυτές είναι ΠΕ01 - Θεολόγοι, ΠΕ05, ΠΕ06, ΠΕ07, ΠΕ34 (Αγγλικής, Γαλλικής, Γερμανικής, Ιταλικής Γλώσσας αντίστοιχα), ΠΕ10 (Κοινωνιολόγων) και ΠΕ13 (Νομικών –Πολιτικών Επιστημών).
2.       Η πραγματικότητα (στοιχεία των Διευθύνσεων Δευτεροάθμιας Εκπαίδευσης)  δείχνει ότι η Ιστορία, πρακτικά, δεν διδάσκεται πλέον από τους φιλολόγους αλλά από όλες τις άλλες ειδικότητες - καθεστώς πια στα Γυμνάσια της χώρας, τα τελευταία χρόνια.
3.      Από τα ΕΠΑΛ καταργήθηκε από το περασμένο σχολικό έτος η διδασκαλία του αντικειμένου στη Β΄τάξη: ήταν η Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία. Ιστορία στα Επαγγελματικά Λύκεια της χώρας διδάσκεται πλέον μόνο η Α΄τάξη και φυσικά, Αρχαία Ελληνική Ιστορία.
4.      Το μάθημα της Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίαςις στη Γ΄ Τάξη του Γυμνασίου από αυτή τη χρονιά θα διδάσκεται για 2 ώρες την εβδομάδα αντί για 3 που διδάσκονταν μέχρι σήμερα. Παραμένει, ωστόσο,  το ίδιο Πρόγραμμα Σπουδών και το ίδιο σχολικό εγχειρίδιο τα οποία σχεδιάστηκαν για τρίωρη διδασκαλία.
5.      Εισάγεται η διδασκαλία της Τοπικής Ιστορίας η οποία θα διδάσκεται για ένα τρίμηνο στη Γ΄τάξη Γυμνασίο στη Ζήνη Βιωματικών Δράσεων. Η διδασκαλία του αντικειμένου ωστόσο, ανατίθεται σε ΟΛΕΣ τις ειδικότητες πλην Φιλολόγων,  Μαθηματικών και Φυσικών!
Η τελευταία απόφαση (η οποία φαίνεται να αναιρείται, εν μέρει, σε χρόνο ρεκόρ) είναι φυσικό να έχει ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων από τον εκπαιδευτικό κόσμο: το μάθημα αντιμετωπίζεται ως μια εύκολη και μη απαιτητική διαδικασία, αφού ΟΛΕΣ οι ειδικότητες (βλ. γυμναστές, καθηγητές πληροφορικής και τεχνολόγοι ειδικότητες στις οποίες, προφανώς, υπάρχει διαθεσιμότητα) μπορούν να εκπονήσουν ένα project Τοπικής Ιστορίας. Οι αυστηρές πειθαρχίες της Ιστορίας, η ειδική διδακτική, η προσέγγιση δύσκολων και σύνθετων ιστορικών εννοιών, η γνωστική και παιδαγωγική σκευή την οποία πρέπει να διαθέτει ένας εκπαιδευτικός για να προσεγγίσει το σύνθετο και ιδιαίτερα απαιτητικό αντικείμενο της Ιστορίας δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη στο σχεδιασμό του ΥΠΕΘ.
Το μάθημα της Ιστορίας για όλους τους ανωτέρω λόγους θα πρέπει να διδάσκεται από εξειδιεκευμένους εκπαιδευτικούς, πρωτίστως αποφοίτους ιστορικών τμημάτων και φιλολόγους. Η συνεχής ενδουπηρεσιακή κατάρτιση (όπως και σε όλα τα διδακτικά αντικείμενα) θα πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα για την πολιτεία. Σε καιρούς δύσκολους η Εκπαίδευση θα πρέπει να αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα και όχι να δέχεται ψίχουλα: είναι φανερό ότι η αδυναμία διορισμού εκπαιδευτικών από τις προαναφερθείσες «βασικές» ειδικότητες οδηγεί σε λύσεις εξαμβλωματικές.
Η καλλιέργεια της ιστορικής συνείδησης, ως αποτέλεσμα της ιστορικής κατανόησης και του ιστορικού γραμματισμού, αποτελεί πρώτιστο καθήκον για όλους μας και προϋπόθεση για την ανάπτυξη της υγιούς συνείδησης του ενεργού πολίτη.  Σε μια περίοδο κυριαρχίας λαϊκισμού και εθνικισμού με ποικίλες εκφάνσεις κατά την οποία οι χρήσεις και καταχρήσεις της Δημόσιας Ιστορίας υποκαθιστούν την ιστορική εκπαίδευση, η επιστημονική προσέγγιση του αντικειμένου αποτελεί επιτακτική πρωτεύουσα ανάγκη. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τη σοβαρή αναδιάρθρωση και εκσυγχρονισμό των Προγραμμάτων Σπουδών και των σχολικών εγχειριδίων Ιστορίας σε Γυμνάσιο και Λύκειο, την ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό της διδακτικής μεθοδολογίας με την εισαγωγή πολυπρισματικών και ενσυναισθητικών προσεγγίσεων, μεθοδικής επεξεργασίας ιστορικών πηγών, ενεργητικής και ομαδοσυνεργατικής μάθησης: η ιστορία ως πρόβλημα, για την  επίλυση του οποίου θα πρέπει να επιστρατευτούν και να γίνουν κατανοητές ιστορικές έννοιες β΄επιπέδου (αιτιακή συνάφεια, μακροπρόθεσμες συνέπειες, συνέχεια / ασυνέχεια  (τομή), ομοιότητα και διαφορά, ιστορική σημασία, τεκμηρίωση, ηθική διάσταση), πέρα από εκείνες του α΄ επιπέδου (τι, ποιος, πού, πότε, γιατί). Να μπορούν οι μαθητές να δουν τη «μεγάλη εικόνα» και να εντάσσουν το τοπικό και εθνικό στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πλαίσιο, μακριά από ομφαλοσκοπικές και εσωστρεφείς αναφορές. Όλα αυτά απαιτούν καταρτισμένους εκπαιδευτικούς ειδικότητας και όχι «όλες τις ειδικότητες πλην των αρμοδίων ιστορικών/φιλολόγων».
Καλούμε τους υπεύθυνους για την λαθεμένη αυτή ενέργεια να τη διορθώσουν με ξεκάθαρο μήνυμα και τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση και την πολιτεία να σκύψει με υπευθυνότητα και σοβαρότητα στο πρόβλημα της ιστορικής εκπαίδευσης των μαθητών μας.
Πρωτοβουλία Εκπαιδευτικών για τον Όμιλο για την Ιστορική Εκπαίδευση στην Ελλάδα.
Υπογραφές
Έφη Αργυρού
Τερέζα Γιακουμάτου
Ιωάννα Δεκατρή
Σεβαστή Λάζαρη
Κώστας Μέκκας
Νατάσα Μερκούρη
Κατερίνα Μπρεντάνου
Γιάννης Παρίσης
Τριαντάφυλλος Πετρίδης
Παναγιώτης Πυρπυρής
Βασιλική Σακκά
Ηλίας Στουραΐτης




[1] Οι διορισμένοι συνάδελφοι με την ειδικότητα αυτή είναι ελάχιστοι  (μονοψήφιος αριθμός).